Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ



Το Ευαγγέλιο Κυριακής
Λουκ. ι’ 25-37
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν  Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ  Ἱερουσαλὴμ εἰς  Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα.
31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.


 «Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ»
Τὸ βασικὸ ἐρώτημα, πού ἔθεσε ἀμυνόμενος ὁ νομικὸς στὸν Ἰησοῦ στήν σημερινή Εὐαγγελική περικοπή ἦταν: «καὶ τὶς ἐστί μου πλησίον»· Ὁ Κύριος ὅμως μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη τοποθετεῖ τὴν ἐρώτηση σ’ ἕνα διαφορετικὸ πλαίσιο. Τὸ ἐρώτημα τοῦ συνομιλητοῦ του ἦταν ποιὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης, ποιὸς πρέπει νὰ θεωρεῖται «πλησίον». Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν παραβολὴ ρωτᾶ ποιὸς ἐνήργησε ὡς πλησίον, στρέφει δηλαδὴ τὴν προσοχὴ στὸ ὑποκείμενο τῆς ἀγάπης·   «τὶς  οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοὶ γεγονέναι…». Ἀντιστρέφει τὸ ἐρώτημα καὶ διευρύνει ἀφάνταστα τὸν ὁρίζοντα στὸ συζητούμενο πρόβλημα.
            Τὸ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» ἦταν μία παλιὰ ἐντολή γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Τὸ κρίσιμο ὅμως σημεῖο, στὸ ὁποῖο ὑπῆρχαν πολλὲς συζητήσεις, ἦταν ποιὸς πρέπει νὰ θεωρεῖται πλησίον. Σύμφωνα μὲ τὸν ἰουδαϊκὸ Νόμο ἡ ἔννοια τοῦ πλησίον ἦταν συχνὰ συγκεχυμένη καὶ περιορισμένη. Μερικοὶ  νομοδιδάσκαλοι ὑποστήριζαν ὅτι εἶναι παράνομο νὰ βοηθήσεις μία ἐθνικὴ γυναίκα στὴν ὀδύνη τοῦ τοκετοῦ, διότι ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῆ ἕνας ἄλλος ἐθνικός. Γιὰ τοὺς Φαρισαίους, ὁ ἁπλὸς ἀγράμματος λαὸς δὲν ἐθεωρεῖτο «πλησίον». Οἱ Ἐσσαῖοι πάλι ἔβλεπαν ὡς πλησίον μόνον ὅσους ἀνήκαν στὴν κοινότητά τους καὶ κήρυτταν τὸ μίσος κατὰ παντὸς «υἱοῦ τοῦ σκότους».
            Ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ ποὺ διηγεῖται ἐλευθερώνει τὴν ἔννοια τοῦ πλησίον ἀπὸ συναρτήσεις γεωγραφικές, φυλετικές, θρησκευτικές. Ὁ ἰουδαῖος νομικὸς ζητὰ τὰ ὅρια τῆς ἔννοιας τοῦ  πλησίον καὶ ὃ Χριστὸς τονίζει ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὅρια στὸ χρέος τῆς ἀγάπης. Πλησίον εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη, ἀδιακρίτως ἔθνους, φυλῆς, θρησκευτικοῦ πιστεύω, κοινωνικῆς τάξεως. Ἐκεῖνο πού βαρύνει εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ. Καὶ τὸ οὐσιαστικὸ πρόβλημα  δὲν εἶναι ποιὸς «εἶναι» ὁ πλησίον, ἀλλά τὸ πῶς θὰ γινόμαστε πλησίον σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ χρειάζεται βοήθεια. Δὲν πρόκειται πλέον γιὰ μία ἔννοια στατική, ἀλλά δυναμική.
Ὁ Κύριος, μέ τήν ἀποκαλυπτική περιγραφή Του, δέν διευρύνει ἁπλῶς τό νόημα τοῦ «πλησίον», ἀλλά συγχρόνως κάνει αὐστηρή κριτική στή θρησκευτική νοοτροπία τῆς ἐποχῆς Του.
            Αὐτό πού διδάσκεται κανείς ἀπό τήν σημερινή Εὐαγγελική περικοπή εἶναι πώς ἡ ἀγάπη ἀρχίζει μέ μιά συμμετοχή προσωπική, ἐνεργητική, δέν εἶναι ἕνα ἁπλό, εὐγενικό, ἀόριστο συνάισθημα, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ ἀναζήτηση ἀνταλλαγμάτων, ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ βραχνὰ τῆς ἀναγνωρίσεως.
Εκ της ιερας μητροπολεως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου